ευνοώ

(Α εὐνοῶ, -έω) [εύνους]
δείχνω σε κάποιον την εύνοιά μου, τη φιλική μου διάθεση, είμαι διατεθειμένος ευνοϊκά απέναντι σε κάποιον, τόν συμπαθώ (α. «οὐκ εὐνοέει τοῑς ἐμοῑσι πρήγμασι», Ηρόδ.
β. «τόν ευνόησε η τύχη»)
νεοελλ.
1. συμβάλλω στην επιτυχία κάποιου σκοπού, παρέχω πλεονεκτήματα για την επιτέλεση κάποιου σχεδίου («αν μάς ευνοήσει ο καιρός, θα ταξιδέψουμε»)
2. δείχνω την προτίμηση μου, τηρώ μεροληπτική στάση απέναντι σε κάποιον
3. παθ. ευνοούμαι
α) έχω την εύνοια κάποιου
β) ωφελούμαι από τα πλεονεκτήματα, τους ευνοϊκούς όρους κάποιου ευεργετήματος
γ) φρ. διεθν. δίκ. «ρήτρα τού μάλλον ευνοουμένου κράτους» — η υποχρέωση που αναλαμβάνει με σύμβαση ένα κράτος απέναντι σε κάποιο άλλο να παρέχει σ' αυτό τα μεγαλύτερα εμπορικά πλεονεκτήματα τα οποία έχει παραχωρήσει ή θα παραχωρήσει ενδεχομένως σε τρίτο κράτος
αρχ.
1. παθ. α) απολαμβάνω την εύνοια κάποιου ωφελούμαι από τις περιποιήσεις κάποιου («ὑπὸ γυναικῶν εὐνοεῑσθαι», Βέττ. Βάλ.)
β. αγαπιέμαι («εὐνοεῑσθαι ὑπό θεῶν και ὑπό γυναικῶν», Ηφαιστ. Αστρ.)
2. (για αντιδίκους) συμβιβάζομαι, συμφιλιώνομαι («ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχύ», ΚΔ).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευνοώ — ευνοώ, ευνόησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ευνοώ — [эвноо] р. покровительствовать, благоволить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ευνοώ — ευνόησα, ευνοήθηκα, ευνοημένος. 1. δείχνω, παρέχω την εύνοιά μου σε κάποιον, συμπαθώ. 2. προτιμώ κάποιον που τον ξεχωρίζω ανάμεσα στους άλλους: Τονευνοεί η τύχη. 3. βοηθώ: Αν μας ευνοήσει ο καιρός, θα χουμε καλή σοδειά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐνοῶ — εὐνοέω to be well inclined pres subj act 1st sg (attic epic doric) εὐνοέω to be well inclined pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλεξι- — Γλωσσ. α συνθετικό ονομάτων τής Αρχαίας και τής Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα. Ετυμολογικά συνδέεται με το ρ. ἀλέξω «προστατεύω, αποκρούω, υπερασπίζω», ανήκει δε στην κατηγορία τών αρχαίων συνθέτων με ρηματικό α συνθετικό σε (σ)ι… …   Dictionary of Greek

  • βοηθώ — ( άω) (AM βοηθῶ, έω, Α και βωθέω, ιων. τ.) 1. παρέχω υλική ή ηθική βοήθεια 2. προστρέχω να σώσω κάποιον, σώζω 3. ανακουφίζω ασθενή, βελτιώνω την κατάσταση του μσν. νεοελλ. διευκολύνω, ωφελώ νεοελλ. 1. ευνοώ 2. υποστηρίζω αρχ. φρ. 1. «βοηθῶ ἐπί… …   Dictionary of Greek

  • δενδροφυώ — δενδροφυῶ ( έω) (Α) [δενδροφυής] (για τόπο) ευνοώ τη βλάστηση και ανάπτυξη δένδρων …   Dictionary of Greek

  • διαπρέπω — (AM διαπρέπω) [πρέπω] 1. διακρίνομαι, υπερέχω, εξέχω 2. κινώ τον θαυμασμό μσν. ευνοώ αρχ. 1. είμαι αρμόδιος, κατάλληλος 2. διακοσμώ, στολίζω …   Dictionary of Greek

  • διαπρεπίζω — (Μ) 1. τιμώ, σέβομαι 2. ευνοώ …   Dictionary of Greek

  • δροσίζω — (AM δροσίζω) [δρόσος] 1. ραντίζω με σταγόνες δροσιάς, νοτίζω 2. κάνω κάτι δροσερό 3. προσφέρω ικανοποίηση, απόλαυση 4. γίνομαι δροσερός, ψυχραίνω («δρόσισε ο καιρός») μσν. 1. ανακουφίζω 2. κατευνάζω 3. ευνοώ 4. φωτίζω 5. (για τον θεό) ευλογώ 6.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.